μερικεύω

μερικεύω
μετ. переходить от общего к частному; относить к частному, к единичному

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "μερικεύω" в других словарях:

  • μερικεύω — (Μ μερικεύω) [μερικός] εξειδικεύω νεοελλ. εξετάζω ένα γενικό ζήτημα σε ένα ή σε μερικά μόνο σημεία του, περιορίζω μσν. αφηγούμαι λεπτομερώς …   Dictionary of Greek

  • μερικεύω — μερίκευσα, εξειδικεύω ένα θέμα, το περιορίζω σε ορισμένα μόνο σημεία: Μερίκευσε την πολιτική κρίση μόνο στα οικονομικά προβλήματα της χώρας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μερικεύει — μερικεύω make pres ind mp 2nd sg μερικεύω make pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μερικεύουσι — μερικεύω make pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) μερικεύω make pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μερικεῦσαι — μερικεύω make aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μερικεῦσαν — μερικεύω make aor part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μερικεύεται — μερικεύω make pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μερικεύων — μερικεύω make pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμερικεύθη — μερικεύω make aor ind pass 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμερίκευσε — μερικεύω make aor ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμερίκευσεν — μερικεύω make aor ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»